ξεκωλώνω
•
- σταματάω να κωλώνω Βικιλεξικό
- χυδαίοκάνω βίαιη σεξουαλική πρωκτική πράξη Βικιλεξικό
- μεταφορικάταλαιπωρώ υπερβολικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεκωλώνω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεκωλώνω | ξεκωλώνεις | ξεκωλώνει | ξεκωλώνουμε | ξεκωλώνετε | ξεκωλώνουν / ξεκωλώνουνε |
| Παρατατικός | ξεκώλωνα | ξεκώλωνες | ξεκώλωνε | ξεκωλώναμε | ξεκωλώνατε | ξεκωλώναν / ξεκωλώνανε / ξεκώλωναν |
| Αόριστος | ξεκώλωσα | ξεκώλωσες | ξεκώλωσε | ξεκωλώσαμε | ξεκωλώσατε | ξεκωλώσαν / ξεκωλώσανε / ξεκώλωσαν |
| Μέλλοντας | θα ξεκωλώνω / θα ξεκωλώσω | θα ξεκωλώνεις / θα ξεκωλώσεις | θα ξεκωλώνει / θα ξεκωλώσει | θα ξεκωλώνουμε / θα ξεκωλώσουμε | θα ξεκωλώνετε / θα ξεκωλώσετε | θα ξεκωλώνουν / θα ξεκωλώνουνε / θα ξεκωλώσουν / θα ξεκωλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεκωλώσει | έχεις ξεκωλώσει | έχει ξεκωλώσει | έχουμε ξεκωλώσει | έχετε ξεκωλώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεκωλώσει | είχες ξεκωλώσει | είχε ξεκωλώσει | είχαμε ξεκωλώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεκωλώσει / να ξεκωλώνω / να ξεκωλώσω | να έχεις ξεκωλώσει / να ξεκωλώνεις / να ξεκωλώσεις | να έχει ξεκωλώσει / να ξεκωλώνει / να ξεκωλώσει | να έχουμε ξεκωλώσει / να ξεκωλώνουμε / να ξεκωλώσουμε | να έχετε ξεκωλώσει / να ξεκωλώνετε / να ξεκωλώσετε | να ξεκωλώνουν / να ξεκωλώνουνε / να ξεκωλώσουν / να ξεκωλώσουνε |
| Προστακτική | — | ξεκώλωνε / ξεκώλωσε | — | — | ξεκωλώνετε / ξεκωλώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →