Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεκόβω

ρήμα
•
  1. διακόπτω σχέσεις, δραστηριότητα Βικιλεξικό
    • ξέκοψε απ' τις κακές παρέες
    • Μὰ τὸ ναυτόπουλο, ἕνας κασιδιάρης καὶ κακομοίρης, ποῦ τὸν εἶχαν γιὰ ψυχικό, ξεκόβει ἀπὸ τ’ ἄλλα τὰ παιδιά. Οὔτε καμακίζει χταπόδια στὰ θαλάμια τους, οὔτε καλαμώνει ἀχινοῦς, οὔτε συνάζει καβούρους, οὔτε ξεκολλᾷ στρείδια ἁγνὰ ὅ,τι εὕρῃ (⌘ Ανδρέας Καρκαβίτσας, Λόγια της Πλώρης, Οι φρεγάδες, 1924)
  2. απαντώ αρνητικά με απόλυτο τρόπο Βικιλεξικό
    • Του το ξέκοψα, μπορεί να είμαστε αδέλφια, αλλά αυτή τη χάρη δεν το την κάνω

Ετυμολογία

ξεκόβω < μεσαιωνική ελληνική ξεκόβω < ξε και κόβω < κόπτω

Άλλοι τύποι

ξεκόφτω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →