ξεκόλλημα
•
- το να αποσπάται κάτι από από ένα σημείο στο οποίο ήταν στερεωμένο με συγκολλητική ύλη Βικιλεξικό
- μεταφορικάη απόσπαση από μια έμμονη ιδέα ή κάτι που λειτουργεί δεσμευτικά κατά παρόμοιο τρόπο και περιορίζει την ελευθερία σκέψης, δράσης, επιλογής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεκόλλημα < ξεκολλώ + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξεκόλλημα | ξεκολλήματα |
| Γενική | ξεκολλήματος | ξεκολλημάτων |
| Αιτιατική | ξεκόλλημα | ξεκολλήματα |
| Κλητική | ξεκόλλημα | ξεκολλήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →