ξελαγαρίζω
•
- καθαρίζω τέλεια, κάνω κάτι πολύ λαμπερό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξελαγαρίζω < ξε- και λαγαρίζω, το ξε- ως επιτατικό, λαγαρίζω πολύ καλά
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξελαγαρίζω | ξελαγαρίζεις | ξελαγαρίζει | ξελαγαρίζουμε | ξελαγαρίζετε | ξελαγαρίζουν / ξελαγαρίζουνε |
| Παρατατικός | ξελαγάριζα | ξελαγάριζες | ξελαγάριζε | ξελαγαρίζαμε | ξελαγαρίζατε | ξελαγάριζαν / ξελαγαρίζαν / ξελαγαρίζανε |
| Αόριστος | ξελαγάρισα | ξελαγάρισες | ξελαγάρισε | ξελαγαρίσαμε | ξελαγαρίσατε | ξελαγάρισαν / ξελαγαρίσαν / ξελαγαρίσανε |
| Μέλλοντας | θα ξελαγαρίζω / θα ξελαγαρίσω | θα ξελαγαρίζεις / θα ξελαγαρίσεις | θα ξελαγαρίζει / θα ξελαγαρίσει | θα ξελαγαρίζουμε / θα ξελαγαρίσουμε | θα ξελαγαρίζετε / θα ξελαγαρίσετε | θα ξελαγαρίζουν / θα ξελαγαρίζουνε / θα ξελαγαρίσουν / θα ξελαγαρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξελαγαρίσει | έχεις ξελαγαρίσει | έχει ξελαγαρίσει | έχουμε ξελαγαρίσει | έχετε ξελαγαρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξελαγαρίσει | είχες ξελαγαρίσει | είχε ξελαγαρίσει | είχαμε ξελαγαρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξελαγαρίσει / να ξελαγαρίζω / να ξελαγαρίσω | να έχεις ξελαγαρίσει / να ξελαγαρίζεις / να ξελαγαρίσεις | να έχει ξελαγαρίσει / να ξελαγαρίζει / να ξελαγαρίσει | να έχουμε ξελαγαρίσει / να ξελαγαρίζουμε / να ξελαγαρίσουμε | να έχετε ξελαγαρίσει / να ξελαγαρίζετε / να ξελαγαρίσετε | να ξελαγαρίζουν / να ξελαγαρίζουνε / να ξελαγαρίσουν / να ξελαγαρίσουνε |
| Προστακτική | — | ξελαγάριζε / ξελαγάρισε | — | — | ξελαγαρίζετε / ξελαγαρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →