ξελαρύγγιασμα
•
- το οδυνηρό αίσθημα στο λαιμό μετά από φωνασκίες Βικιλεξικό
- οι φωνές αυτές καθαυτές, π.χ. το ξελαρύγγιασμα στο γήπεδο, στη διαδήλωση, στον καβγά του ζευγαριού ή στο μάλωμα το παιδιού κ.ο.κ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξελαρύγγιασμα < ξελαρυγγιάζομαι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξελαρύγγιασμα | ξελαρυγγιάσματα |
| Γενική | ξελαρυγγιάσματος | ξελαρυγγιασμάτων |
| Αιτιατική | ξελαρύγγιασμα | ξελαρυγγιάσματα |
| Κλητική | ξελαρύγγιασμα | ξελαρυγγιάσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →