Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξελαρύγγιασμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το οδυνηρό αίσθημα στο λαιμό μετά από φωνασκίες Βικιλεξικό
  2. οι φωνές αυτές καθαυτές, π.χ. το ξελαρύγγιασμα στο γήπεδο, στη διαδήλωση, στον καβγά του ζευγαριού ή στο μάλωμα το παιδιού κ.ο.κ. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξελαρύγγιασμα < ξελαρυγγιάζομαι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξελαρύγγιασμαξελαρυγγιάσματα
Γενικήξελαρυγγιάσματοςξελαρυγγιασμάτων
Αιτιατικήξελαρύγγιασμαξελαρυγγιάσματα
Κλητικήξελαρύγγιασμαξελαρυγγιάσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →