ξελασπώνω
•
- καθαρίζω κάποιον ή κάτι από τις λάσπες Βικιλεξικό
- ξελάσπωσε τα παπούτσι σου, πριν μπεις μέσα στο σπίτι
- βγαίνω από περιοχή με λάσπες Βικιλεξικό
- είδα κι έπαθα να ξελασπώσω το αυτοκίνητο από το λάκκο
- μεταφορικάβοηθάω κάποιον να βγεί από μια δύσκολη κατάσταση Βικιλεξικό
- τον ξελάσπωσαν οι δικοί του, όταν είχε κάνει την κομπίνα
- μεταφορικάβγαίνω από κάποιο αδιέξοδο (οικονομικό κ.λπ.), ξεμπλέκω Βικιλεξικό
- επιτέλους, αποπλήρωσα το δάνειο και ξελάσπωσα!
Ετυμολογία
ξελασπώνω < ξε- + λασπώνω (< λάσπη)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →