ξελειτουργώ
•
- αμετάβατοφεύγω από την εκκλησία αφού τελειώσει η Θεία Λειτουργία Βικιλεξικό
- μεταβατικότελειώνω τη Θεία Λειτουργία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξελειτουργώ < → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →