ξελιγωμένος
•
- έχω ξελιγωθεί Βικιλεξικό
- Είμαι ξελιγωμένη στην πείνα.
- Αισθάνομαι ξελιγωμένος απ' την πολλή δουλειά.
- λαχταράω κάτι πολύ Βικιλεξικό
- Κοιτάζει ξελιγωμένος τις κοπελίτσες και τους ζητάει ραντεβού.
Ετυμολογία
ξελιγωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ξελιγώνω. Μορφολογικά αναλύεται σε ξε- + λιγωμένος
Άλλοι τύποι
ξελιγωμέναξελιγωμένεξελιγωμένεςξελιγωμένηξελιγωμένηςξελιγωμένοξελιγωμένοιξελιγωμένοςξελιγωμένουξελιγωμένουςξελιγωμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →