Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξελιγωμένος

/kse.li.ɣoˈme.nos/ρήμα, αρσενικό
•
  1. έχω ξελιγωθεί Βικιλεξικό
    • Είμαι ξελιγωμένη στην πείνα.
    • Αισθάνομαι ξελιγωμένος απ' την πολλή δουλειά.
  2. λαχταράω κάτι πολύ Βικιλεξικό
    • Κοιτάζει ξελιγωμένος τις κοπελίτσες και τους ζητάει ραντεβού.

Ετυμολογία

ξελιγωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ξελιγώνω. Μορφολογικά αναλύεται σε ξε- + λιγωμένος

Άλλοι τύποι

ξελιγωμέναξελιγωμένεξελιγωμένεςξελιγωμένηξελιγωμένηςξελιγωμένοξελιγωμένοιξελιγωμένοςξελιγωμένουξελιγωμένουςξελιγωμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →