Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξελογγώνω

ρήμα
•
  1. μεταβατικόβγάζω τα άγρια φυτά από ένα κομμάτι γης που έχει λογγώσει, για να το καλλιεργήσω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξελογγώνω < ξε- + λογγώνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςξελογγώνωξελογγώνειςξελογγώνειξελογγώνουμεξελογγώνετεξελογγώνουν / ξελογγώνουνε
Παρατατικόςξελόγγωναξελόγγωνεςξελόγγωνεξελογγώναμεξελογγώνατεξελογγώναν / ξελογγώνανε / ξελόγγωναν
Αόριστοςξελόγγωσαξελόγγωσεςξελόγγωσεξελογγώσαμεξελογγώσατεξελογγώσαν / ξελογγώσανε / ξελόγγωσαν
Μέλλονταςθα ξελογγώνω / θα ξελογγώσωθα ξελογγώνεις / θα ξελογγώσειςθα ξελογγώνει / θα ξελογγώσειθα ξελογγώνουμε / θα ξελογγώσουμεθα ξελογγώνετε / θα ξελογγώσετεθα ξελογγώνουν / θα ξελογγώνουνε / θα ξελογγώσουν / θα ξελογγώσουνε
Παρακείμενοςέχω ξελογγώσειέχεις ξελογγώσειέχει ξελογγώσειέχουμε ξελογγώσειέχετε ξελογγώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ξελογγώσειείχες ξελογγώσειείχε ξελογγώσειείχαμε ξελογγώσει——
Υποτακτικήνα έχω ξελογγώσει / να ξελογγώνω / να ξελογγώσωνα έχεις ξελογγώσει / να ξελογγώνεις / να ξελογγώσειςνα έχει ξελογγώσει / να ξελογγώνει / να ξελογγώσεινα έχουμε ξελογγώσει / να ξελογγώνουμε / να ξελογγώσουμενα έχετε ξελογγώσει / να ξελογγώνετε / να ξελογγώσετενα ξελογγώνουν / να ξελογγώνουνε / να ξελογγώσουν / να ξελογγώσουνε
Προστακτική—ξελόγγωνε / ξελόγγωσε——ξελογγώνετε / ξελογγώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →