ξελογγώνω
•
- μεταβατικόβγάζω τα άγρια φυτά από ένα κομμάτι γης που έχει λογγώσει, για να το καλλιεργήσω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξελογγώνω < ξε- + λογγώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξελογγώνω | ξελογγώνεις | ξελογγώνει | ξελογγώνουμε | ξελογγώνετε | ξελογγώνουν / ξελογγώνουνε |
| Παρατατικός | ξελόγγωνα | ξελόγγωνες | ξελόγγωνε | ξελογγώναμε | ξελογγώνατε | ξελογγώναν / ξελογγώνανε / ξελόγγωναν |
| Αόριστος | ξελόγγωσα | ξελόγγωσες | ξελόγγωσε | ξελογγώσαμε | ξελογγώσατε | ξελογγώσαν / ξελογγώσανε / ξελόγγωσαν |
| Μέλλοντας | θα ξελογγώνω / θα ξελογγώσω | θα ξελογγώνεις / θα ξελογγώσεις | θα ξελογγώνει / θα ξελογγώσει | θα ξελογγώνουμε / θα ξελογγώσουμε | θα ξελογγώνετε / θα ξελογγώσετε | θα ξελογγώνουν / θα ξελογγώνουνε / θα ξελογγώσουν / θα ξελογγώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξελογγώσει | έχεις ξελογγώσει | έχει ξελογγώσει | έχουμε ξελογγώσει | έχετε ξελογγώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξελογγώσει | είχες ξελογγώσει | είχε ξελογγώσει | είχαμε ξελογγώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξελογγώσει / να ξελογγώνω / να ξελογγώσω | να έχεις ξελογγώσει / να ξελογγώνεις / να ξελογγώσεις | να έχει ξελογγώσει / να ξελογγώνει / να ξελογγώσει | να έχουμε ξελογγώσει / να ξελογγώνουμε / να ξελογγώσουμε | να έχετε ξελογγώσει / να ξελογγώνετε / να ξελογγώσετε | να ξελογγώνουν / να ξελογγώνουνε / να ξελογγώσουν / να ξελογγώσουνε |
| Προστακτική | — | ξελόγγωνε / ξελόγγωσε | — | — | ξελογγώνετε / ξελογγώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →