Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξελόγιασμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η πρόκληση ερωτικού πάθους που οδηγεί τον άλλο σε μη λογικές ενέργειες Βικιλεξικό
  2. η παράσυρση σε ενέργειες που κάποιος δεν συνήθιζε, σε αλλαγή τρόπου ζωής, από πάθος για τον πλούτο, την άνετη ζωή ή κάτι άλλο ελκυστικό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξελόγιασμα < ξελογιάζω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξελόγιασμαξελογιάσματα
Γενικήξελογιάσματοςξελογιασμάτων
Αιτιατικήξελόγιασμαξελογιάσματα
Κλητικήξελόγιασμαξελογιάσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →