ξελόγιασμα
•
- η πρόκληση ερωτικού πάθους που οδηγεί τον άλλο σε μη λογικές ενέργειες Βικιλεξικό
- η παράσυρση σε ενέργειες που κάποιος δεν συνήθιζε, σε αλλαγή τρόπου ζωής, από πάθος για τον πλούτο, την άνετη ζωή ή κάτι άλλο ελκυστικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξελόγιασμα < ξελογιάζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξελόγιασμα | ξελογιάσματα |
| Γενική | ξελογιάσματος | ξελογιασμάτων |
| Αιτιατική | ξελόγιασμα | ξελογιάσματα |
| Κλητική | ξελόγιασμα | ξελογιάσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →