Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεμαγάρισμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η αφαίρεση της βρώμας, το καθάρισμα Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάη απομάκρυνση της διαφθοράς Βικιλεξικό
    • αυτός ο τόπος χρειάζεται ξεμαγάρισμα, να φύγουν όλοι οι κλέφτες οι πολιτικοί!

Ετυμολογία

ξεμαγάρισμα < ξε- + μαγάρισμα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξεμαγάρισμαξεμαγαρίσματα
Γενικήξεμαγαρίσματοςξεμαγαρισμάτων
Αιτιατικήξεμαγάρισμαξεμαγαρίσματα
Κλητικήξεμαγάρισμαξεμαγαρίσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →