ξεμαγάρισμα
•
- η αφαίρεση της βρώμας, το καθάρισμα Βικιλεξικό
- μεταφορικάη απομάκρυνση της διαφθοράς Βικιλεξικό
- αυτός ο τόπος χρειάζεται ξεμαγάρισμα, να φύγουν όλοι οι κλέφτες οι πολιτικοί!
Ετυμολογία
ξεμαγάρισμα < ξε- + μαγάρισμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξεμαγάρισμα | ξεμαγαρίσματα |
| Γενική | ξεμαγαρίσματος | ξεμαγαρισμάτων |
| Αιτιατική | ξεμαγάρισμα | ξεμαγαρίσματα |
| Κλητική | ξεμαγάρισμα | ξεμαγαρίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →