ξεμαλλιάζω
•
- τραβώ κάποιον από τα μαλλιά πάνω σε καβγά, σαν να θέλω να του τα ξεριζώσω Βικιλεξικό
- ανακατεύω τα μαλλιά κάποιου, του χαλάω το χτένισμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεμαλλιάζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεμαλλιάζω | ξεμαλλιάζεις | ξεμαλλιάζει | ξεμαλλιάζουμε | ξεμαλλιάζετε | ξεμαλλιάζουν / ξεμαλλιάζουνε |
| Παρατατικός | ξεμάλλιαζα | ξεμάλλιαζες | ξεμάλλιαζε | ξεμαλλιάζαμε | ξεμαλλιάζατε | ξεμάλλιαζαν / ξεμαλλιάζαν / ξεμαλλιάζανε |
| Αόριστος | ξεμάλλιασα | ξεμάλλιασες | ξεμάλλιασε | ξεμαλλιάσαμε | ξεμαλλιάσατε | ξεμάλλιασαν / ξεμαλλιάσαν / ξεμαλλιάσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεμαλλιάζω / θα ξεμαλλιάσω | θα ξεμαλλιάζεις / θα ξεμαλλιάσεις | θα ξεμαλλιάζει / θα ξεμαλλιάσει | θα ξεμαλλιάζουμε / θα ξεμαλλιάσουμε | θα ξεμαλλιάζετε / θα ξεμαλλιάσετε | θα ξεμαλλιάζουν / θα ξεμαλλιάζουνε / θα ξεμαλλιάσουν / θα ξεμαλλιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεμαλλιάσει | έχεις ξεμαλλιάσει | έχει ξεμαλλιάσει | έχουμε ξεμαλλιάσει | έχετε ξεμαλλιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεμαλλιάσει | είχες ξεμαλλιάσει | είχε ξεμαλλιάσει | είχαμε ξεμαλλιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεμαλλιάσει / να ξεμαλλιάζω / να ξεμαλλιάσω | να έχεις ξεμαλλιάσει / να ξεμαλλιάζεις / να ξεμαλλιάσεις | να έχει ξεμαλλιάσει / να ξεμαλλιάζει / να ξεμαλλιάσει | να έχουμε ξεμαλλιάσει / να ξεμαλλιάζουμε / να ξεμαλλιάσουμε | να έχετε ξεμαλλιάσει / να ξεμαλλιάζετε / να ξεμαλλιάσετε | να ξεμαλλιάζουν / να ξεμαλλιάζουνε / να ξεμαλλιάσουν / να ξεμαλλιάσουνε |
| Προστακτική | — | ξεμάλλιαζε / ξεμάλλιασε | — | — | ξεμαλλιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξεμαλλιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →