ξεμασκάλισμα
•
- βλαστός ενός δέντρου που έχει αποσπαστεί προκειμένου να μεταφυτευτεί Βικιλεξικό
- η πράξη της απόσπασης ενός βλαστού προκειμένου να μεταφυτευτεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεμασκάλισμα < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξεμασκάλισμα | ξεμασκαλίσματα |
| Γενική | ξεμασκαλίσματος | ξεμασκαλισμάτων |
| Αιτιατική | ξεμασκάλισμα | ξεμασκαλίσματα |
| Κλητική | ξεμασκάλισμα | ξεμασκαλίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →