ξεμεσημεριάζω
•
- περνάω τα μεσημέρια μου σε κάποιον τόπο με ορισμένο τρόπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεμεσημεριάζω < ξε- + μεσημεριάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεμεσημεριάζω | ξεμεσημεριάζεις | ξεμεσημεριάζει | ξεμεσημεριάζουμε | ξεμεσημεριάζετε | ξεμεσημεριάζουν / ξεμεσημεριάζουνε |
| Παρατατικός | ξεμεσημέριαζα | ξεμεσημέριαζες | ξεμεσημέριαζε | ξεμεσημεριάζαμε | ξεμεσημεριάζατε | ξεμεσημέριαζαν / ξεμεσημεριάζαν / ξεμεσημεριάζανε |
| Αόριστος | ξεμεσημέριασα | ξεμεσημέριασες | ξεμεσημέριασε | ξεμεσημεριάσαμε | ξεμεσημεριάσατε | ξεμεσημέριασαν / ξεμεσημεριάσαν / ξεμεσημεριάσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεμεσημεριάζω / θα ξεμεσημεριάσω | θα ξεμεσημεριάζεις / θα ξεμεσημεριάσεις | θα ξεμεσημεριάζει / θα ξεμεσημεριάσει | θα ξεμεσημεριάζουμε / θα ξεμεσημεριάσουμε | θα ξεμεσημεριάζετε / θα ξεμεσημεριάσετε | θα ξεμεσημεριάζουν / θα ξεμεσημεριάζουνε / θα ξεμεσημεριάσουν / θα ξεμεσημεριάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεμεσημεριάσει | έχεις ξεμεσημεριάσει | έχει ξεμεσημεριάσει | έχουμε ξεμεσημεριάσει | έχετε ξεμεσημεριάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεμεσημεριάσει | είχες ξεμεσημεριάσει | είχε ξεμεσημεριάσει | είχαμε ξεμεσημεριάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεμεσημεριάσει / να ξεμεσημεριάζω / να ξεμεσημεριάσω | να έχεις ξεμεσημεριάσει / να ξεμεσημεριάζεις / να ξεμεσημεριάσεις | να έχει ξεμεσημεριάσει / να ξεμεσημεριάζει / να ξεμεσημεριάσει | να έχουμε ξεμεσημεριάσει / να ξεμεσημεριάζουμε / να ξεμεσημεριάσουμε | να έχετε ξεμεσημεριάσει / να ξεμεσημεριάζετε / να ξεμεσημεριάσετε | να ξεμεσημεριάζουν / να ξεμεσημεριάζουνε / να ξεμεσημεριάσουν / να ξεμεσημεριάσουνε |
| Προστακτική | — | ξεμεσημέριαζε / ξεμεσημέριασε | — | — | ξεμεσημεριάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξεμεσημεριάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →