ξεμονάχιασμα
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ξεμοναχιάζω / ξεμοναχιάζομαι Βικιλεξικό
- στον πληθυντικόοι κατ' ιδίαν συναντήσεις, ιδίως οι ερωτικές Βικιλεξικό
- άσε τα ξεμοναχιάσματα με την κόρη μου, γιατί δε θα σου βγουν σε καλό
Ετυμολογία
ξεμονάχιασμα < ξεμοναχιάζω + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξεμονάχιασμα | ξεμοναχιάσματα |
| Γενική | ξεμοναχιάσματος | ξεμοναχιασμάτων |
| Αιτιατική | ξεμονάχιασμα | ξεμοναχιάσματα |
| Κλητική | ξεμονάχιασμα | ξεμοναχιάσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →