ξεμουχλιάζω
•
- μεταβατικόαφαιρώ τη μούχλα από κάτι Βικιλεξικό
- μεταφορικάαναζωογονούμαι, ξαναβρίσκω τη ζωντάνια μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεμουχλιάζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεμουχλιάζω | ξεμουχλιάζεις | ξεμουχλιάζει | ξεμουχλιάζουμε | ξεμουχλιάζετε | ξεμουχλιάζουν / ξεμουχλιάζουνε |
| Παρατατικός | ξεμούχλιαζα | ξεμούχλιαζες | ξεμούχλιαζε | ξεμουχλιάζαμε | ξεμουχλιάζατε | ξεμουχλιάζαν / ξεμουχλιάζανε / ξεμούχλιαζαν |
| Αόριστος | ξεμούχλιασα | ξεμούχλιασες | ξεμούχλιασε | ξεμουχλιάσαμε | ξεμουχλιάσατε | ξεμουχλιάσαν / ξεμουχλιάσανε / ξεμούχλιασαν |
| Μέλλοντας | θα ξεμουχλιάζω / θα ξεμουχλιάσω | θα ξεμουχλιάζεις / θα ξεμουχλιάσεις | θα ξεμουχλιάζει / θα ξεμουχλιάσει | θα ξεμουχλιάζουμε / θα ξεμουχλιάσουμε | θα ξεμουχλιάζετε / θα ξεμουχλιάσετε | θα ξεμουχλιάζουν / θα ξεμουχλιάζουνε / θα ξεμουχλιάσουν / θα ξεμουχλιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεμουχλιάσει | έχεις ξεμουχλιάσει | έχει ξεμουχλιάσει | έχουμε ξεμουχλιάσει | έχετε ξεμουχλιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεμουχλιάσει | είχες ξεμουχλιάσει | είχε ξεμουχλιάσει | είχαμε ξεμουχλιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεμουχλιάσει / να ξεμουχλιάζω / να ξεμουχλιάσω | να έχεις ξεμουχλιάσει / να ξεμουχλιάζεις / να ξεμουχλιάσεις | να έχει ξεμουχλιάσει / να ξεμουχλιάζει / να ξεμουχλιάσει | να έχουμε ξεμουχλιάσει / να ξεμουχλιάζουμε / να ξεμουχλιάσουμε | να έχετε ξεμουχλιάσει / να ξεμουχλιάζετε / να ξεμουχλιάσετε | να ξεμουχλιάζουν / να ξεμουχλιάζουνε / να ξεμουχλιάσουν / να ξεμουχλιάσουνε |
| Προστακτική | — | ξεμούχλιαζε / ξεμούχλιασε | — | — | ξεμουχλιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξεμουχλιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →