Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεμπαρκάρω

ρήμα
•
  1. μεταβατικόαποβιβάζω, βγάζω (ανθρώπους ή εμπορεύματα) από ένα πλοίο Βικιλεξικό
  2. αμετάβατοαποβιβάζομαι, κατεβαίνω από πλοίο στη στεριά Βικιλεξικό
    • Οπότε αγόρια, αδράξτε τις κιθάρες σας, και, θερμά παρακαλώ, ξεχάστε πια τον Θεοδωράκη και τον Λοΐζο, τον Παπακωνσταντίνου και το ρημαδοέντεχνο, διότι η μόνη περίπτωση να σου κάτσει πήδουλος με τα καταθλιπτικά του Καββαδία, είναι η γκόμενα να’ χει μόλις ξεμπαρκάρει από γκαζάδικο.

Ετυμολογία

ξεμπαρκάρω < → λείπει η ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →