ξεμπαρκάρω
•
- μεταβατικόαποβιβάζω, βγάζω (ανθρώπους ή εμπορεύματα) από ένα πλοίο Βικιλεξικό
- αμετάβατοαποβιβάζομαι, κατεβαίνω από πλοίο στη στεριά Βικιλεξικό
- Οπότε αγόρια, αδράξτε τις κιθάρες σας, και, θερμά παρακαλώ, ξεχάστε πια τον Θεοδωράκη και τον Λοΐζο, τον Παπακωνσταντίνου και το ρημαδοέντεχνο, διότι η μόνη περίπτωση να σου κάτσει πήδουλος με τα καταθλιπτικά του Καββαδία, είναι η γκόμενα να’ χει μόλις ξεμπαρκάρει από γκαζάδικο.
Ετυμολογία
ξεμπαρκάρω < → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →