ξεμπλέκω
•
- λύνω ένα περίπλοκο πρόβλημα Βικιλεξικό
- Να δω πώς θα ξεμπλέξω με τις τράπεζες και τα δάνεια
- βοηθώ κάποιον να ξεφύγει από μια περίπλοκη κατάσταση, τον απεμπλέκω Βικιλεξικό
- Είδα κι έπαθα να του βρω δικηγόρο και να τον ξεμπλέξω, με τις παρέες που πήγε και έμπλεξε
- ξεμπερδεύω μαλλιά, νήματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεμπλέκω < μεσαιωνική ελληνική < ξε + αρχαία ελληνική ἐμπλέκω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεμπλέκω | ξεμπλέκεις | ξεμπλέκει | ξεμπλέκουμε | ξεμπλέκετε | ξεμπλέκουν / ξεμπλέκουνε |
| Παρατατικός | ξέμπλεκα | ξέμπλεκες | ξέμπλεκε | ξεμπλέκαμε | ξεμπλέκατε | ξέμπλεκαν / ξεμπλέκαν / ξεμπλέκανε |
| Αόριστος | ξέμπλεξα | ξέμπλεξες | ξέμπλεξε | ξεμπλέξαμε | ξεμπλέξατε | ξέμπλεξαν / ξεμπλέξαν / ξεμπλέξανε |
| Μέλλοντας | θα ξεμπλέκω / θα ξεμπλέξω | θα ξεμπλέκεις / θα ξεμπλέξεις | θα ξεμπλέκει / θα ξεμπλέξει | θα ξεμπλέκουμε / θα ξεμπλέξουμε | θα ξεμπλέκετε / θα ξεμπλέξετε | θα ξεμπλέκουν / θα ξεμπλέκουνε / θα ξεμπλέξουν / θα ξεμπλέξουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεμπλέξει | έχεις ξεμπλέξει | έχει ξεμπλέξει | έχουμε ξεμπλέξει | έχετε ξεμπλέξει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεμπλέξει | είχες ξεμπλέξει | είχε ξεμπλέξει | είχαμε ξεμπλέξει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεμπλέξει / να ξεμπλέκω / να ξεμπλέξω | να έχεις ξεμπλέξει / να ξεμπλέκεις / να ξεμπλέξεις | να έχει ξεμπλέξει / να ξεμπλέκει / να ξεμπλέξει | να έχουμε ξεμπλέξει / να ξεμπλέκουμε / να ξεμπλέξουμε | να έχετε ξεμπλέξει / να ξεμπλέκετε / να ξεμπλέξετε | να ξεμπλέκουν / να ξεμπλέκουνε / να ξεμπλέξουν / να ξεμπλέξουνε |
| Προστακτική | — | ξέμπλεκε / ξέμπλεξε | — | — | ξεμπλέκετε / ξεμπλέξτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →