Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεμπλέκω

ρήμα
•
  1. λύνω ένα περίπλοκο πρόβλημα Βικιλεξικό
    • Να δω πώς θα ξεμπλέξω με τις τράπεζες και τα δάνεια
  2. βοηθώ κάποιον να ξεφύγει από μια περίπλοκη κατάσταση, τον απεμπλέκω Βικιλεξικό
    • Είδα κι έπαθα να του βρω δικηγόρο και να τον ξεμπλέξω, με τις παρέες που πήγε και έμπλεξε
  3. ξεμπερδεύω μαλλιά, νήματα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξεμπλέκω < μεσαιωνική ελληνική < ξε + αρχαία ελληνική ἐμπλέκω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςξεμπλέκωξεμπλέκειςξεμπλέκειξεμπλέκουμεξεμπλέκετεξεμπλέκουν / ξεμπλέκουνε
Παρατατικόςξέμπλεκαξέμπλεκεςξέμπλεκεξεμπλέκαμεξεμπλέκατεξέμπλεκαν / ξεμπλέκαν / ξεμπλέκανε
Αόριστοςξέμπλεξαξέμπλεξεςξέμπλεξεξεμπλέξαμεξεμπλέξατεξέμπλεξαν / ξεμπλέξαν / ξεμπλέξανε
Μέλλονταςθα ξεμπλέκω / θα ξεμπλέξωθα ξεμπλέκεις / θα ξεμπλέξειςθα ξεμπλέκει / θα ξεμπλέξειθα ξεμπλέκουμε / θα ξεμπλέξουμεθα ξεμπλέκετε / θα ξεμπλέξετεθα ξεμπλέκουν / θα ξεμπλέκουνε / θα ξεμπλέξουν / θα ξεμπλέξουνε
Παρακείμενοςέχω ξεμπλέξειέχεις ξεμπλέξειέχει ξεμπλέξειέχουμε ξεμπλέξειέχετε ξεμπλέξει—
Υπερσυντέλικοςείχα ξεμπλέξειείχες ξεμπλέξειείχε ξεμπλέξειείχαμε ξεμπλέξει——
Υποτακτικήνα έχω ξεμπλέξει / να ξεμπλέκω / να ξεμπλέξωνα έχεις ξεμπλέξει / να ξεμπλέκεις / να ξεμπλέξειςνα έχει ξεμπλέξει / να ξεμπλέκει / να ξεμπλέξεινα έχουμε ξεμπλέξει / να ξεμπλέκουμε / να ξεμπλέξουμενα έχετε ξεμπλέξει / να ξεμπλέκετε / να ξεμπλέξετενα ξεμπλέκουν / να ξεμπλέκουνε / να ξεμπλέξουν / να ξεμπλέξουνε
Προστακτική—ξέμπλεκε / ξέμπλεξε——ξεμπλέκετε / ξεμπλέξτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →