ξεμπουκάρω
•
- βγαίνω (από ένα άνοιγμα, μπούκα) με ορμή, εμφανιζόμενος αιφνιδιαστικά κάπου Βικιλεξικό
- Ὁ Κωσταντὴς ξεμπούκαρε, σούρνοντας τὰ παληκάρια του, μὲ μπαϊράκι ξεδιπλωμένο. Τὸ ἅρπαξε ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ μπαϊραχτάρη του, τὸ κάρφωσε στὸ δῶμα. (Παντελής Πρεβελάκης, Ὁ Κρητικός. Ἡ πρώτη λευτεριά, 1949)
Ετυμολογία
ξεμπουκάρω < ξε- + μπουκάρω
Άλλοι τύποι
ξεμπουκάρισαξεμπούκαρα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →