ξεμυάλισμα
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ξεμυαλίζω, το να χάνει κανείς το μυαλό του παρασυρμένος από τη γοητεία κάποιου ή τις υποσχέσεις του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεμυάλισμα < ξεμυαλίζω + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξεμυάλισμα | ξεμυαλίσματα |
| Γενική | ξεμυαλίσματος | ξεμυαλισμάτων |
| Αιτιατική | ξεμυάλισμα | ξεμυαλίσματα |
| Κλητική | ξεμυάλισμα | ξεμυαλίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →