ξεμυτίζω
•
- προβάλλω σιγά σιγά ή διστακτικά, αρχίζω να φαίνομαι Βικιλεξικό
- Το θολό φινιστρίνι καδράριζε το γκρίζο περίγραμμα της στεριάς που ξεμύτιζε πέρα στον ορίζοντα με την μπλε λωρίδα να έρχεται και να φεύγει, μέχρι που το πελώριο κύμα θρυμμάτισε την εικόνα, την εξαφάνισε πίσω από το ανεμοβρόχι. (Μαίρη Βασάλου, Η πόρτα: μυθιστόρημα, εκδ. Καστανιώτη, 2001, σελ. 347)
Ετυμολογία
ξεμυτίζω < ξε- + μύτ(η) + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεμυτίζω | ξεμυτίζεις | ξεμυτίζει | ξεμυτίζουμε | ξεμυτίζετε | ξεμυτίζουν / ξεμυτίζουνε |
| Παρατατικός | ξεμύτιζα | ξεμύτιζες | ξεμύτιζε | ξεμυτίζαμε | ξεμυτίζατε | ξεμυτίζαν / ξεμυτίζανε / ξεμύτιζαν |
| Αόριστος | ξεμύτισα | ξεμύτισες | ξεμύτισε | ξεμυτίσαμε | ξεμυτίσατε | ξεμυτίσαν / ξεμυτίσανε / ξεμύτισαν |
| Μέλλοντας | θα ξεμυτίζω / θα ξεμυτίσω | θα ξεμυτίζεις / θα ξεμυτίσεις | θα ξεμυτίζει / θα ξεμυτίσει | θα ξεμυτίζουμε / θα ξεμυτίσουμε | θα ξεμυτίζετε / θα ξεμυτίσετε | θα ξεμυτίζουν / θα ξεμυτίζουνε / θα ξεμυτίσουν / θα ξεμυτίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεμυτίσει | έχεις ξεμυτίσει | έχει ξεμυτίσει | έχουμε ξεμυτίσει | έχετε ξεμυτίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεμυτίσει | είχες ξεμυτίσει | είχε ξεμυτίσει | είχαμε ξεμυτίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεμυτίσει / να ξεμυτίζω / να ξεμυτίσω | να έχεις ξεμυτίσει / να ξεμυτίζεις / να ξεμυτίσεις | να έχει ξεμυτίσει / να ξεμυτίζει / να ξεμυτίσει | να έχουμε ξεμυτίσει / να ξεμυτίζουμε / να ξεμυτίσουμε | να έχετε ξεμυτίσει / να ξεμυτίζετε / να ξεμυτίσετε | να ξεμυτίζουν / να ξεμυτίζουνε / να ξεμυτίσουν / να ξεμυτίσουνε |
| Προστακτική | — | ξεμύτιζε / ξεμύτισε | — | — | ξεμυτίζετε / ξεμυτίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →