ξεμυτώ
•
- προβάλλω από κάπου δειλά-δειλά, διακριτικά ή και κρυφά, για να προστατευτώ είτε από καιρικές συνθήκες είτε από άτομα που δεν θέλω να με αντιληφθούν Βικιλεξικό
- Δεν ξεμυτώ με αυτό τον παλιόκαιρο
Ετυμολογία
ξεμυτώ < ξε + μύτη
Άλλοι τύποι
ξεμυτίζω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →