ξεμωραμένος
•
- μειωτικόο ηλικιωμένος που παρουσιάζει συμπτώματα άνοιας Βικιλεξικό
- μειωτικόο ηλικιωμένος ή μεσήλικας που ενεργεί με τρόπο τον οποίο οι άλλοι θεωρούν ανάρμοστο για την ηλικία του Βικιλεξικό
- Γυρνάει με πιτσιρίκες ο ξεμωραμένος
Ετυμολογία
ξεμωραμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου ξεμωραίνομαι
Άλλοι τύποι
ξαναμωραμένοςξεμωραμέναξεμωραμένεξεμωραμένεςξεμωραμένηξεμωραμένηςξεμωραμένοξεμωραμένοιξεμωραμένοςξεμωραμένουξεμωραμένουςξεμωραμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →