ξενέρισμα
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ξενερίζω Βικιλεξικό
- ναυτικός όρος: η μερική ανάδυση, ιδίως της έλικας πλοίου, όταν εξέχει της επιφάνειας της θάλασσας είτε λόγω κυματισμού, είτε μετά από ξεσαβούρωμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξενέρισμα < ξενερίζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξενέρισμα | ξενερίσματα |
| Γενική | ξενερίσματος | ξενερισμάτων |
| Αιτιατική | ξενέρισμα | ξενερίσματα |
| Κλητική | ξενέρισμα | ξενερίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →