ξεναγώ
•
- παρουσιάζω σε επισκέπτες ένα μέρος, περιγράφω την τοπολογία και ιστορία μιας περιοχής Βικιλεξικό
- μεταφορικάεισάγω κάποιον σε έναν τομέα που δεν του είναι γνώριμος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεναγώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ξεναγῶ, συνηρημένος τύπος του ξεναγέω (οδηγώ ξένους, αρχική σημασία: είμαι αρχηγός μισθοφόρων) < ξεναγός
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεναγώ | ξεναγείς | ξεναγεί | ξεναγούμε | ξεναγείτε | ξεναγούν / ξεναγούνε |
| Παρατατικός | ξεναγούσα | ξεναγούσες | ξεναγούσε | ξεναγούσαμε | ξεναγούσατε | ξεναγούσαν / ξεναγούσανε |
| Αόριστος | ξενάγησα | ξενάγησες | ξενάγησε | ξεναγήσαμε | ξεναγήσατε | ξενάγησαν / ξεναγήσαν / ξεναγήσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεναγήσω / θα ξεναγώ | θα ξεναγήσεις / θα ξεναγείς | θα ξεναγήσει / θα ξεναγεί | θα ξεναγήσουμε / θα ξεναγούμε | θα ξεναγήσετε / θα ξεναγείτε | θα ξεναγήσουν / θα ξεναγήσουνε / θα ξεναγούν / θα ξεναγούνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεναγήσει | έχεις ξεναγήσει | έχει ξεναγήσει | έχουμε ξεναγήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεναγήσει | είχες ξεναγήσει | είχε ξεναγήσει | είχαμε ξεναγήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεναγήσει / να ξεναγήσω / να ξεναγώ | να έχεις ξεναγήσει / να ξεναγήσεις / να ξεναγείς | να έχει ξεναγήσει / να ξεναγήσει / να ξεναγεί | να έχουμε ξεναγήσει / να ξεναγήσουμε / να ξεναγούμε | να ξεναγήσετε / να ξεναγείτε | να ξεναγήσουν / να ξεναγήσουνε / να ξεναγούν / να ξεναγούνε |
| Προστακτική | — | ξενάγησε | — | — | ξεναγήστε / ξεναγείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξεναγήθηκαξεναγούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →