Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξενερίζω

ρήμα
•
  1. χάνω τον προσανατολισμό μου (για ψάρια) Βικιλεξικό
  2. ξεπροβάλω από το νερό Βικιλεξικό
  3. αλλάζω ή πετάω το νερό, στα πλαίσια της μαγειρικής, προκειμένου να ελαττωθεί η ένταση κάποιας γεύσης Βικιλεξικό
    • βάζουμε τα κρεμμύδια στο νερό από την προηγούμενη μέρα και τα ξενερίζουμε δύο ή τρεις φορές

Ετυμολογία

ξενερίζω < μεσαιωνική ελληνική ξε- + νερ(ό) + -ίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςξενερίζωξενερίζειςξενερίζειξενερίζουμεξενερίζετεξενερίζουν / ξενερίζουνε
Παρατατικόςξενέριζαξενέριζεςξενέριζεξενερίζαμεξενερίζατεξενέριζαν / ξενερίζαν / ξενερίζανε
Αόριστοςξενέρισαξενέρισεςξενέρισεξενερίσαμεξενερίσατεξενέρισαν / ξενερίσαν / ξενερίσανε
Μέλλονταςθα ξενερίζω / θα ξενερίσωθα ξενερίζεις / θα ξενερίσειςθα ξενερίζει / θα ξενερίσειθα ξενερίζουμε / θα ξενερίσουμεθα ξενερίζετε / θα ξενερίσετεθα ξενερίζουν / θα ξενερίζουνε / θα ξενερίσουν / θα ξενερίσουνε
Παρακείμενοςέχω ξενερίσειέχεις ξενερίσειέχει ξενερίσειέχουμε ξενερίσειέχετε ξενερίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ξενερίσειείχες ξενερίσειείχε ξενερίσειείχαμε ξενερίσει——
Υποτακτικήνα έχω ξενερίσει / να ξενερίζω / να ξενερίσωνα έχεις ξενερίσει / να ξενερίζεις / να ξενερίσειςνα έχει ξενερίσει / να ξενερίζει / να ξενερίσεινα έχουμε ξενερίσει / να ξενερίζουμε / να ξενερίσουμενα έχετε ξενερίσει / να ξενερίζετε / να ξενερίσετενα ξενερίζουν / να ξενερίζουνε / να ξενερίσουν / να ξενερίσουνε
Προστακτική—ξενέριζε / ξενέρισε——ξενερίζετε / ξενερίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →