ξενερίζω
•
- χάνω τον προσανατολισμό μου (για ψάρια) Βικιλεξικό
- ξεπροβάλω από το νερό Βικιλεξικό
- αλλάζω ή πετάω το νερό, στα πλαίσια της μαγειρικής, προκειμένου να ελαττωθεί η ένταση κάποιας γεύσης Βικιλεξικό
- βάζουμε τα κρεμμύδια στο νερό από την προηγούμενη μέρα και τα ξενερίζουμε δύο ή τρεις φορές
Ετυμολογία
ξενερίζω < μεσαιωνική ελληνική ξε- + νερ(ό) + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξενερίζω | ξενερίζεις | ξενερίζει | ξενερίζουμε | ξενερίζετε | ξενερίζουν / ξενερίζουνε |
| Παρατατικός | ξενέριζα | ξενέριζες | ξενέριζε | ξενερίζαμε | ξενερίζατε | ξενέριζαν / ξενερίζαν / ξενερίζανε |
| Αόριστος | ξενέρισα | ξενέρισες | ξενέρισε | ξενερίσαμε | ξενερίσατε | ξενέρισαν / ξενερίσαν / ξενερίσανε |
| Μέλλοντας | θα ξενερίζω / θα ξενερίσω | θα ξενερίζεις / θα ξενερίσεις | θα ξενερίζει / θα ξενερίσει | θα ξενερίζουμε / θα ξενερίσουμε | θα ξενερίζετε / θα ξενερίσετε | θα ξενερίζουν / θα ξενερίζουνε / θα ξενερίσουν / θα ξενερίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξενερίσει | έχεις ξενερίσει | έχει ξενερίσει | έχουμε ξενερίσει | έχετε ξενερίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξενερίσει | είχες ξενερίσει | είχε ξενερίσει | είχαμε ξενερίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξενερίσει / να ξενερίζω / να ξενερίσω | να έχεις ξενερίσει / να ξενερίζεις / να ξενερίσεις | να έχει ξενερίσει / να ξενερίζει / να ξενερίσει | να έχουμε ξενερίσει / να ξενερίζουμε / να ξενερίσουμε | να έχετε ξενερίσει / να ξενερίζετε / να ξενερίσετε | να ξενερίζουν / να ξενερίζουνε / να ξενερίσουν / να ξενερίσουνε |
| Προστακτική | — | ξενέριζε / ξενέρισε | — | — | ξενερίζετε / ξενερίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →