Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξενιστής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. βιολογίαοργανισμός στον οποίο ζει κάποιο παράσιτο συμβιωτικά ή παρασιτικά Βικιλεξικό
  2. βιολογίαοργανισμός στον οποίο έχει προστεθεί μόσχευμα για πειραματικούς σκοπούς Βικιλεξικό
  3. πληροφορικήτο πρόγραμμα στο οποίο έχει ενσωματωθεί (έχει προσβληθεί) από κακόβουλο λογισμικό (malware), από έναν ιό υπολογιστών (virus) Βικιλεξικό
  4. δίκτυο υπολογιστώνhost: ο υπολογιστής που «φιλοξενεί» λογισμικό σημαντικό για τους χρήστες του δικτύου, όπως ένας εξυπηρετητής (server), μια βάση δεδομένων (database), κλπ. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξενιστής < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξενιστήςξενιστές
Γενικήξενιστήξενιστών
Αιτιατικήξενιστήξενιστές
Κλητικήξενιστήξενιστές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →