ξενιστής
•
- βιολογίαοργανισμός στον οποίο ζει κάποιο παράσιτο συμβιωτικά ή παρασιτικά Βικιλεξικό
- βιολογίαοργανισμός στον οποίο έχει προστεθεί μόσχευμα για πειραματικούς σκοπούς Βικιλεξικό
- πληροφορικήτο πρόγραμμα στο οποίο έχει ενσωματωθεί (έχει προσβληθεί) από κακόβουλο λογισμικό (malware), από έναν ιό υπολογιστών (virus) Βικιλεξικό
- δίκτυο υπολογιστώνhost: ο υπολογιστής που «φιλοξενεί» λογισμικό σημαντικό για τους χρήστες του δικτύου, όπως ένας εξυπηρετητής (server), μια βάση δεδομένων (database), κλπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξενιστής < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξενιστής | ξενιστές |
| Γενική | ξενιστή | ξενιστών |
| Αιτιατική | ξενιστή | ξενιστές |
| Κλητική | ξενιστή | ξενιστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →