Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξενιτιά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ξένη γη, εκεί που κάποιος ξενιτεύεται Βικιλεξικό
    • «Ένα παιδί μας αξίωσε ο Θεός να κάνουμε Αναστάση» με λέει «και κείνο μας το πήρε η ξενιτιά. Ανάθεμα τον τόπο μας που δε μπορεί να τρέψει τα παιδιά του (Δημήτριος Βασιλειάδης, Ένας αλλιώτικος κόσμος, Ταξίδι στο Σινσινάτι (Τρίτο τριλογίας) https://www.google.gr/books/edition/%CE%A3%CE%99%CE%9D%CE%A3%CE%99%CE%9D%CE%91%CE%A4%CE%99_%CE%A4%CF%81%CE%AF%CF%84%CE%BF_%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%BB%CE%BF/7S6UQtnxLh8C?hl=el&gbpv=1&dq=%CE%BE%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%AC&pg=PT54&printsec=frontcover)

Ετυμολογία

ξενιτιά < (ελληνιστική κοινή) ξενιτεία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξενιτιάξενιτιές
Γενικήξενιτιάςξενιτιών
Αιτιατικήξενιτιάξενιτιές
Κλητικήξενιτιάξενιτιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →