ξενοίκιαστος
•
- που δεν έχει νοικιαστεί, που προσφέρθηκε για χρήση με ενοίκιο αλλά δεν τον νοίκιασε κανείς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξενοίκιαστος < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ξενοίκιαστος | ξενοίκιαστη | ξενοίκιαστο |
| Γενική | ξενοίκιαστου | ξενοίκιαστης | ξενοίκιαστου |
| Αιτιατική | ξενοίκιαστο | ξενοίκιαστη | ξενοίκιαστο |
| Κλητική | ξενοίκιαστε | ξενοίκιαστη | ξενοίκιαστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ξενοίκιαστοι | ξενοίκιαστες | ξενοίκιαστα |
| Γενική | ξενοίκιαστων | ξενοίκιαστων | ξενοίκιαστων |
| Αιτιατική | ξενοίκιαστους | ξενοίκιαστες | ξενοίκιαστα |
| Κλητική | ξενοίκιαστοι | ξενοίκιαστες | ξενοίκιαστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →