ξενοδουλευτής
•
- ο μεροκαματιάρης, που δεν έχει δική του επιχείρηση ή περιουσία και ζει δουλεύοντας μεροκάματο σε ξένες δουλειές Βικιλεξικό
- παρωχημένοο εργαζόμενος σε ξένα εμπορικά ή στη γη γαιοκτημόνων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξενοδουλευτής < ξενοδουλεύω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξενοδουλευτής | ξενοδουλευτές |
| Γενική | ξενοδουλευτή | ξενοδουλευτών |
| Αιτιατική | ξενοδουλευτή | ξενοδουλευτές |
| Κλητική | ξενοδουλευτή | ξενοδουλευτές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →