ξενοδουλεύτρα
•
- η γυναίκα που αναγκάζεται να πλένει, να μαγειρεύει και να καθαρίζει τα σπίτια άλλων νοικοκυριών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξενοδουλεύτρα < ξενοδουλευτής + κατάληξη θηλυκού -τρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξενοδουλεύτρα | ξενοδουλεύτρες |
| Γενική | ξενοδουλεύτρας | — |
| Αιτιατική | ξενοδουλεύτρα | ξενοδουλεύτρες |
| Κλητική | ξενοδουλεύτρα | ξενοδουλεύτρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →