ξενοδοχοϋπάλληλος
•
- επάγγελμαυπάλληλος που εργάζεται σε ξενοδοχείο (όπως ως ρεσεψιονίστ, καμαριέρης) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξενοδοχοϋπάλληλος < ξενοδοχ(είο) + -ο- + υπάλληλος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξενοδοχοϋπάλληλος | ξενοδοχοϋπάλληλοι |
| Γενική | ξενοδοχοϋπάλληλου / ξενοδοχοϋπαλλήλου | ξενοδοχοϋπαλλήλων |
| Αιτιατική | ξενοδοχοϋπάλληλο | ξενοδοχοϋπάλληλους / ξενοδοχοϋπαλλήλους |
| Κλητική | ξενοδοχοϋπάλληλε | ξενοδοχοϋπάλληλοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →