ξενοκοιτάζω
•
- ενώ είμαι δεσμευμένος, διερευνώ με ενδιαφέρον και άλλες επιλογές, κυρίως ερωτικές Βικιλεξικό
- Η γυναίκα του είναι κούκλα αλλά αυτός ξενοκοιτάζει
Ετυμολογία
ξενοκοιτάζω < ξένος + κοιτάζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξενοκοιτάζω | ξενοκοιτάζεις | ξενοκοιτάζει | ξενοκοιτάζουμε | ξενοκοιτάζετε | ξενοκοιτάζουν / ξενοκοιτάζουνε |
| Παρατατικός | ξενοκοίταζα | ξενοκοίταζες | ξενοκοίταζε | ξενοκοιτάζαμε | ξενοκοιτάζατε | ξενοκοίταζαν / ξενοκοιτάζαν / ξενοκοιτάζανε |
| Αόριστος | ξενοκοίταξα | ξενοκοίταξες | ξενοκοίταξε | ξενοκοιτάξαμε | ξενοκοιτάξατε | ξενοκοίταξαν / ξενοκοιτάξαν / ξενοκοιτάξανε |
| Μέλλοντας | θα ξενοκοιτάζω / θα ξενοκοιτάξω | θα ξενοκοιτάζεις / θα ξενοκοιτάξεις | θα ξενοκοιτάζει / θα ξενοκοιτάξει | θα ξενοκοιτάζουμε / θα ξενοκοιτάξουμε | θα ξενοκοιτάζετε / θα ξενοκοιτάξετε | θα ξενοκοιτάζουν / θα ξενοκοιτάζουνε / θα ξενοκοιτάξουν / θα ξενοκοιτάξουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξενοκοιτάξει | έχεις ξενοκοιτάξει | έχει ξενοκοιτάξει | έχουμε ξενοκοιτάξει | έχετε ξενοκοιτάξει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξενοκοιτάξει | είχες ξενοκοιτάξει | είχε ξενοκοιτάξει | είχαμε ξενοκοιτάξει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξενοκοιτάξει / να ξενοκοιτάζω / να ξενοκοιτάξω | να έχεις ξενοκοιτάξει / να ξενοκοιτάζεις / να ξενοκοιτάξεις | να έχει ξενοκοιτάξει / να ξενοκοιτάζει / να ξενοκοιτάξει | να έχουμε ξενοκοιτάξει / να ξενοκοιτάζουμε / να ξενοκοιτάξουμε | να έχετε ξενοκοιτάξει / να ξενοκοιτάζετε / να ξενοκοιτάξετε | να ξενοκοιτάζουν / να ξενοκοιτάζουνε / να ξενοκοιτάξουν / να ξενοκοιτάξουνε |
| Προστακτική | — | ξενοκοίταζε / ξενοκοίταξε | — | — | ξενοκοιτάζετε / ξενοκοιτάξτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →