ξενοκρατία
•
- η επέμβαση και η κυριαρχία συμφερόντων τρίτων κρατών στις πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις μιας χώρας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξενοκρατία < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξενοκρατία | ξενοκρατίες |
| Γενική | ξενοκρατίας | ξενοκρατιών |
| Αιτιατική | ξενοκρατία | ξενοκρατίες |
| Κλητική | ξενοκρατία | ξενοκρατίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →