ξενοκρατούμαι
•
- για χώραβρίσκομαι υπό κατοχή ξένων δυνάμεων, έχω χάσει την εθνική μου κυριαρχία Βικιλεξικό
- για χώραδιατηρώ εθνική κυριαρχία, αλλά σημαντικοί τομείς όπως ο οικονομικός ελέγχονται από μη εθνικές δυνάμεις Βικιλεξικό
- για τομείς δραστηριότηταςβρίσκομαι υπό την έντονη επίδραση ξένων πολιτισμών ή υπόκειμαι σε ξένα συμφέροντα Βικιλεξικό
- Η γλώσσα της πληροφορικής ξενοκρατείται
Ετυμολογία
ξενοκρατούμαι < ξενοκρατοῦμαι < ξένος + κρατοῦμαι < κρατάω < κράτος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →