Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξενοπρεπής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που ταιριάζει στους ξένους, τους χαρακτηρίζει Βικιλεξικό
    • το ντύσιμο του ήταν ξενοπρεπές, φαινόταν από μακριά πως δεν ήταν από εδώ
  2. που είναι περίεργος, ασυνήθιστος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξενοπρεπής < αρχαία ελληνική ξένος + -πρεπής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξενοπρεπήςξενοπρεπήςξενοπρεπές
Γενικήξενοπρεπούςξενοπρεπούςξενοπρεπούς
Αιτιατικήξενοπρεπήξενοπρεπήξενοπρεπές
Κλητικήξενοπρεπή / ξενοπρεπήςξενοπρεπήςξενοπρεπές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξενοπρεπείςξενοπρεπείςξενοπρεπή
Γενικήξενοπρεπώνξενοπρεπώνξενοπρεπών
Αιτιατικήξενοπρεπείςξενοπρεπείςξενοπρεπή
Κλητικήξενοπρεπείςξενοπρεπείςξενοπρεπή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →