ξενοράβω
•
- ράβω τα ρούχα άλλων για βιοποριστικούς λόγους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξενοράβω < ξένο(ς) + ράβω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξενοράβω | ξενοράβεις | ξενοράβει | ξενοράβουμε | ξενοράβετε | ξενοράβουν / ξενοράβουνε |
| Παρατατικός | ξενόραβα | ξενόραβες | ξενόραβε | ξενοράβαμε | ξενοράβατε | ξενοράβαν / ξενοράβανε / ξενόραβαν |
| Αόριστος | ξενόραψα | ξενόραψες | ξενόραψε | ξενοράψαμε | ξενοράψατε | ξενοράψαν / ξενοράψανε / ξενόραψαν |
| Μέλλοντας | θα ξενοράβω / θα ξενοράψω | θα ξενοράβεις / θα ξενοράψεις | θα ξενοράβει / θα ξενοράψει | θα ξενοράβουμε / θα ξενοράψουμε | θα ξενοράβετε / θα ξενοράψετε | θα ξενοράβουν / θα ξενοράβουνε / θα ξενοράψουν / θα ξενοράψουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξενοράψει | έχεις ξενοράψει | έχει ξενοράψει | έχουμε ξενοράψει | έχετε ξενοράψει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξενοράψει | είχες ξενοράψει | είχε ξενοράψει | είχαμε ξενοράψει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξενοράψει / να ξενοράβω / να ξενοράψω | να έχεις ξενοράψει / να ξενοράβεις / να ξενοράψεις | να έχει ξενοράψει / να ξενοράβει / να ξενοράψει | να έχουμε ξενοράψει / να ξενοράβουμε / να ξενοράψουμε | να έχετε ξενοράψει / να ξενοράβετε / να ξενοράψετε | να ξενοράβουν / να ξενοράβουνε / να ξενοράψουν / να ξενοράψουνε |
| Προστακτική | — | ξενόραβε / ξενόραψε | — | — | ξενοράβετε / ξενοράψτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →