ξενοφιλία
•
- συμπάθεια και φιλική διάθεση προς τους ξένους, τους αλλοδαπούς και της πολιτισμικής τους ταυτότητας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξενοφιλία < λόγιο ενδογενές δάνειο: μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική xenofilia < xeno- + -philia ξενο- + -φιλία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξενοφιλία | ξενοφιλίες |
| Γενική | ξενοφιλίας | ξενοφιλιών |
| Αιτιατική | ξενοφιλία | ξενοφιλίες |
| Κλητική | ξενοφιλία | ξενοφιλίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →