ξενυχιάζω
•
- πατάω κάποιον στα νύχια και τον πονώ Βικιλεξικό
- τον βασανίζω, του βγάζω τα νύχια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξενυχιάζω < ξε + νύχι + -άζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξενυχιάζω | ξενυχιάζεις | ξενυχιάζει | ξενυχιάζουμε | ξενυχιάζετε | ξενυχιάζουν / ξενυχιάζουνε |
| Παρατατικός | ξενύχιαζα | ξενύχιαζες | ξενύχιαζε | ξενυχιάζαμε | ξενυχιάζατε | ξενυχιάζαν / ξενυχιάζανε / ξενύχιαζαν |
| Αόριστος | ξενύχιασα | ξενύχιασες | ξενύχιασε | ξενυχιάσαμε | ξενυχιάσατε | ξενυχιάσαν / ξενυχιάσανε / ξενύχιασαν |
| Μέλλοντας | θα ξενυχιάζω / θα ξενυχιάσω | θα ξενυχιάζεις / θα ξενυχιάσεις | θα ξενυχιάζει / θα ξενυχιάσει | θα ξενυχιάζουμε / θα ξενυχιάσουμε | θα ξενυχιάζετε / θα ξενυχιάσετε | θα ξενυχιάζουν / θα ξενυχιάζουνε / θα ξενυχιάσουν / θα ξενυχιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξενυχιάσει | έχεις ξενυχιάσει | έχει ξενυχιάσει | έχουμε ξενυχιάσει | έχετε ξενυχιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξενυχιάσει | είχες ξενυχιάσει | είχε ξενυχιάσει | είχαμε ξενυχιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξενυχιάσει / να ξενυχιάζω / να ξενυχιάσω | να έχεις ξενυχιάσει / να ξενυχιάζεις / να ξενυχιάσεις | να έχει ξενυχιάσει / να ξενυχιάζει / να ξενυχιάσει | να έχουμε ξενυχιάσει / να ξενυχιάζουμε / να ξενυχιάσουμε | να έχετε ξενυχιάσει / να ξενυχιάζετε / να ξενυχιάσετε | να ξενυχιάζουν / να ξενυχιάζουνε / να ξενυχιάσουν / να ξενυχιάσουνε |
| Προστακτική | — | ξενύχιαζε / ξενύχιασε | — | — | ξενυχιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξενυχιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →