Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξενόγλωσσος

/kseˈno.ɣlo.sos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που μιλάει κάποια ξένη γλώσσα Βικιλεξικό
    • στο μουσείο συνάντησα πολλές ομάδες ξενόγλωσσων επισκεπτών
    • Τότε δ΄εγώ, ἐνθουσιώδης ἐπί τῇ εἰλικρινείᾳ, ὄχι μόνον θά ὑπεβαλλόμην εἰς τήν φορολογίαν, ἀλλά καί θά προσέθετον παρά ταίς ἄλλαις ξενογλώσσοις ἐκφράσεσι καί τήν λέξιν μπαχτσίσι διὰ τούς ἁπλουστέρους καὶ φιλοδώρημα διὰ τούς λογιωτάτους τῶν συμπατριωτῶν μου (Εστία, τόμος 17ος, Ιανουάριος - Ιούνιος, 1884, σελ. 136)
  2. αυτός που εκφράζεται σε ξένη γλώσσα Βικιλεξικό
    • ένα ξενόγλωσσο λεξικό είναι πάντοτε χρήσιμο

Ετυμολογία

ξενόγλωσσος < ξενό- + -γλωσσος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξενόγλωσσοςξενόγλωσσηξενόγλωσσο
Γενικήξενόγλωσσουξενόγλωσσηςξενόγλωσσου
Αιτιατικήξενόγλωσσοξενόγλωσσηξενόγλωσσο
Κλητικήξενόγλωσσεξενόγλωσσηξενόγλωσσο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξενόγλωσσοιξενόγλωσσεςξενόγλωσσα
Γενικήξενόγλωσσωνξενόγλωσσωνξενόγλωσσων
Αιτιατικήξενόγλωσσουςξενόγλωσσεςξενόγλωσσα
Κλητικήξενόγλωσσοιξενόγλωσσεςξενόγλωσσα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →