Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξενόδουλος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι δουλικός προς ξένα, μη εθνικά συμφέροντα Βικιλεξικό
  2. που μιμείται δουλικά ξένες συνήθειες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξενόδουλος < ξένος + δούλος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξενόδουλοςξενόδουληξενόδουλο
Γενικήξενόδουλουξενόδουληςξενόδουλου
Αιτιατικήξενόδουλοξενόδουληξενόδουλο
Κλητικήξενόδουλεξενόδουληξενόδουλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξενόδουλοιξενόδουλεςξενόδουλα
Γενικήξενόδουλωνξενόδουλωνξενόδουλων
Αιτιατικήξενόδουλουςξενόδουλεςξενόδουλα
Κλητικήξενόδουλοιξενόδουλεςξενόδουλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →