ξενόδουλος
•
- που είναι δουλικός προς ξένα, μη εθνικά συμφέροντα Βικιλεξικό
- που μιμείται δουλικά ξένες συνήθειες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξενόδουλος < ξένος + δούλος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ξενόδουλος | ξενόδουλη | ξενόδουλο |
| Γενική | ξενόδουλου | ξενόδουλης | ξενόδουλου |
| Αιτιατική | ξενόδουλο | ξενόδουλη | ξενόδουλο |
| Κλητική | ξενόδουλε | ξενόδουλη | ξενόδουλο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ξενόδουλοι | ξενόδουλες | ξενόδουλα |
| Γενική | ξενόδουλων | ξενόδουλων | ξενόδουλων |
| Αιτιατική | ξενόδουλους | ξενόδουλες | ξενόδουλα |
| Κλητική | ξενόδουλοι | ξενόδουλες | ξενόδουλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →