ξενύχτης
•
- αυτός που έτυχε να μείνει ξάγρυπνος Βικιλεξικό
- Άσε, με το ζόρι ήρθα σήμερα στη δουλειά, έκλαιγε όλη νύχτα ο μωρό και είμαι ξενύχτης.
- το άτομο που του αρέσει η ζωή τη νύχτας, που ξενυχτά συστηματικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξενύχτης < ξενύχτι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξενύχτης | ξενύχτες / ξενύχτηδες |
| Γενική | ξενύχτη | ξενύχτηδων |
| Αιτιατική | ξενύχτη | ξενύχτες / ξενύχτηδες |
| Κλητική | ξενύχτη | ξενύχτες / ξενύχτηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →