ξενώνας
•
- δωμάτιο, διαμέρισμα ή και κτήριο (σπιτιού, ιδρύματος, μοναστηριού κ.λπ.) που έχει διαμορφωθεί ειδικά για φιλοξενία ξένων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξενώνας < αρχαία ελληνική ξενών
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξενώνας | ξενώνες |
| Γενική | ξενώνα | ξενώνων |
| Αιτιατική | ξενώνα | ξενώνες |
| Κλητική | ξενώνα | ξενώνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →