Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεπάστρεμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. οικείοτο αποτέλεσμα του ξεπαστρεύω, το καθάρισμα Βικιλεξικό
    • Με «κοινωνική συναίνεση» το ξεπάστρεμα των μισθών (εφημερίδα Ριζοσπάστης, 11/1/2012)
  2. οικείοτο αποτέλεσμα του ξεπαστρεύω, το καθάρισμα Βικιλεξικό
  3. οικείοτο αποτέλεσμα του ξεπαστρεύω, το καθάρισμα Βικιλεξικό
    • ο κήπος θέλει ξεπάστρεμα απ' τα χόρτα

Ετυμολογία

ξεπάστρεμα < ξεπαστρεύ(ω) + -μα με αποβολή του [v] πριν από [m]. Μορφολογικά, ξε- + πάστρεμα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξεπάστρεμαξεπαστρέματα
Γενικήξεπαστρέματοςξεπαστρεμάτων
Αιτιατικήξεπάστρεμαξεπαστρέματα
Κλητικήξεπάστρεμαξεπαστρέματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →