ξεπάστρεμα
•
- οικείοτο αποτέλεσμα του ξεπαστρεύω, το καθάρισμα Βικιλεξικό
- Με «κοινωνική συναίνεση» το ξεπάστρεμα των μισθών (εφημερίδα Ριζοσπάστης, 11/1/2012)
- οικείοτο αποτέλεσμα του ξεπαστρεύω, το καθάρισμα Βικιλεξικό
- οικείοτο αποτέλεσμα του ξεπαστρεύω, το καθάρισμα Βικιλεξικό
- ο κήπος θέλει ξεπάστρεμα απ' τα χόρτα
Ετυμολογία
ξεπάστρεμα < ξεπαστρεύ(ω) + -μα με αποβολή του [v] πριν από [m]. Μορφολογικά, ξε- + πάστρεμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξεπάστρεμα | ξεπαστρέματα |
| Γενική | ξεπαστρέματος | ξεπαστρεμάτων |
| Αιτιατική | ξεπάστρεμα | ξεπαστρέματα |
| Κλητική | ξεπάστρεμα | ξεπαστρέματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →