Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεπέτα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. κάτι που γίνεται βιαστικά Βικιλεξικό
    • έριξαν μια ξεπέτα στις τουαλέτες του αεροδρομίου
  2. κάτι που γίνεται βιαστικά Βικιλεξικό
    • τα πήραν χοντρά για την ξεπέτα που παραδόσανε

Ετυμολογία

ξεπέτα < ξεπετ(άω) + -α

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξεπέταξεπέτες
Γενικήξεπέταςξεπετών
Αιτιατικήξεπέταξεπέτες
Κλητικήξεπέταξεπέτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →