ξεπέτα
•
- κάτι που γίνεται βιαστικά Βικιλεξικό
- έριξαν μια ξεπέτα στις τουαλέτες του αεροδρομίου
- κάτι που γίνεται βιαστικά Βικιλεξικό
- τα πήραν χοντρά για την ξεπέτα που παραδόσανε
Ετυμολογία
ξεπέτα < ξεπετ(άω) + -α
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξεπέτα | ξεπέτες |
| Γενική | ξεπέτας | ξεπετών |
| Αιτιατική | ξεπέτα | ξεπέτες |
| Κλητική | ξεπέτα | ξεπέτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →