ξεπαγιάζω
•
- κρυώνω πάρα πολύ, τόσο που γίνομαι πάγος, παγώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεπαγιάζω < ξε + πάγος + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεπαγιάζω | ξεπαγιάζεις | ξεπαγιάζει | ξεπαγιάζουμε | ξεπαγιάζετε | ξεπαγιάζουν / ξεπαγιάζουνε |
| Παρατατικός | ξεπάγιαζα | ξεπάγιαζες | ξεπάγιαζε | ξεπαγιάζαμε | ξεπαγιάζατε | ξεπάγιαζαν / ξεπαγιάζαν / ξεπαγιάζανε |
| Αόριστος | ξεπάγιασα | ξεπάγιασες | ξεπάγιασε | ξεπαγιάσαμε | ξεπαγιάσατε | ξεπάγιασαν / ξεπαγιάσαν / ξεπαγιάσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεπαγιάζω / θα ξεπαγιάσω | θα ξεπαγιάζεις / θα ξεπαγιάσεις | θα ξεπαγιάζει / θα ξεπαγιάσει | θα ξεπαγιάζουμε / θα ξεπαγιάσουμε | θα ξεπαγιάζετε / θα ξεπαγιάσετε | θα ξεπαγιάζουν / θα ξεπαγιάζουνε / θα ξεπαγιάσουν / θα ξεπαγιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεπαγιάσει | έχεις ξεπαγιάσει | έχει ξεπαγιάσει | έχουμε ξεπαγιάσει | έχετε ξεπαγιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεπαγιάσει | είχες ξεπαγιάσει | είχε ξεπαγιάσει | είχαμε ξεπαγιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεπαγιάσει / να ξεπαγιάζω / να ξεπαγιάσω | να έχεις ξεπαγιάσει / να ξεπαγιάζεις / να ξεπαγιάσεις | να έχει ξεπαγιάσει / να ξεπαγιάζει / να ξεπαγιάσει | να έχουμε ξεπαγιάσει / να ξεπαγιάζουμε / να ξεπαγιάσουμε | να έχετε ξεπαγιάσει / να ξεπαγιάζετε / να ξεπαγιάσετε | να ξεπαγιάζουν / να ξεπαγιάζουνε / να ξεπαγιάσουν / να ξεπαγιάσουνε |
| Προστακτική | — | ξεπάγιαζε / ξεπάγιασε | — | — | ξεπαγιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξεπαγιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →