ξεπαγώνω
•
- μεταβατικόβγάζω τρόφιμα από την κατάψυξη και τα αφήνω για αρκετό χρόνο σε θερμοκρασία δωματίου ώστε να μπορέσω να τα μαγειρέψω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεπαγώνω < ξε- στερητικό + παγώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεπαγώνω | ξεπαγώνεις | ξεπαγώνει | ξεπαγώνουμε | ξεπαγώνετε | ξεπαγώνουν / ξεπαγώνουνε |
| Παρατατικός | ξεπάγωνα | ξεπάγωνες | ξεπάγωνε | ξεπαγώναμε | ξεπαγώνατε | ξεπάγωναν / ξεπαγώναν / ξεπαγώνανε |
| Αόριστος | ξεπάγωσα | ξεπάγωσες | ξεπάγωσε | ξεπαγώσαμε | ξεπαγώσατε | ξεπάγωσαν / ξεπαγώσαν / ξεπαγώσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεπαγώνω / θα ξεπαγώσω | θα ξεπαγώνεις / θα ξεπαγώσεις | θα ξεπαγώνει / θα ξεπαγώσει | θα ξεπαγώνουμε / θα ξεπαγώσουμε | θα ξεπαγώνετε / θα ξεπαγώσετε | θα ξεπαγώνουν / θα ξεπαγώνουνε / θα ξεπαγώσουν / θα ξεπαγώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεπαγώσει | έχεις ξεπαγώσει | έχει ξεπαγώσει | έχουμε ξεπαγώσει | έχετε ξεπαγώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεπαγώσει | είχες ξεπαγώσει | είχε ξεπαγώσει | είχαμε ξεπαγώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεπαγώσει / να ξεπαγώνω / να ξεπαγώσω | να έχεις ξεπαγώσει / να ξεπαγώνεις / να ξεπαγώσεις | να έχει ξεπαγώσει / να ξεπαγώνει / να ξεπαγώσει | να έχουμε ξεπαγώσει / να ξεπαγώνουμε / να ξεπαγώσουμε | να έχετε ξεπαγώσει / να ξεπαγώνετε / να ξεπαγώσετε | να ξεπαγώνουν / να ξεπαγώνουνε / να ξεπαγώσουν / να ξεπαγώσουνε |
| Προστακτική | — | ξεπάγωνε / ξεπάγωσε | — | — | ξεπαγώνετε / ξεπαγώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →