Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεπαγώνω

ρήμα
•
  1. μεταβατικόβγάζω τρόφιμα από την κατάψυξη και τα αφήνω για αρκετό χρόνο σε θερμοκρασία δωματίου ώστε να μπορέσω να τα μαγειρέψω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξεπαγώνω < ξε- στερητικό + παγώνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςξεπαγώνωξεπαγώνειςξεπαγώνειξεπαγώνουμεξεπαγώνετεξεπαγώνουν / ξεπαγώνουνε
Παρατατικόςξεπάγωναξεπάγωνεςξεπάγωνεξεπαγώναμεξεπαγώνατεξεπάγωναν / ξεπαγώναν / ξεπαγώνανε
Αόριστοςξεπάγωσαξεπάγωσεςξεπάγωσεξεπαγώσαμεξεπαγώσατεξεπάγωσαν / ξεπαγώσαν / ξεπαγώσανε
Μέλλονταςθα ξεπαγώνω / θα ξεπαγώσωθα ξεπαγώνεις / θα ξεπαγώσειςθα ξεπαγώνει / θα ξεπαγώσειθα ξεπαγώνουμε / θα ξεπαγώσουμεθα ξεπαγώνετε / θα ξεπαγώσετεθα ξεπαγώνουν / θα ξεπαγώνουνε / θα ξεπαγώσουν / θα ξεπαγώσουνε
Παρακείμενοςέχω ξεπαγώσειέχεις ξεπαγώσειέχει ξεπαγώσειέχουμε ξεπαγώσειέχετε ξεπαγώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ξεπαγώσειείχες ξεπαγώσειείχε ξεπαγώσειείχαμε ξεπαγώσει——
Υποτακτικήνα έχω ξεπαγώσει / να ξεπαγώνω / να ξεπαγώσωνα έχεις ξεπαγώσει / να ξεπαγώνεις / να ξεπαγώσειςνα έχει ξεπαγώσει / να ξεπαγώνει / να ξεπαγώσεινα έχουμε ξεπαγώσει / να ξεπαγώνουμε / να ξεπαγώσουμενα έχετε ξεπαγώσει / να ξεπαγώνετε / να ξεπαγώσετενα ξεπαγώνουν / να ξεπαγώνουνε / να ξεπαγώσουν / να ξεπαγώσουνε
Προστακτική—ξεπάγωνε / ξεπάγωσε——ξεπαγώνετε / ξεπαγώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →