Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεπαλουκώνω

ρήμα
•
  1. αφαιρώ τα παλούκια Βικιλεξικό
  2. ξεπαλούκωμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξεπαλουκώνω < ξε- + παλουκώνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςξεπαλουκώνωξεπαλουκώνειςξεπαλουκώνειξεπαλουκώνουμεξεπαλουκώνετεξεπαλουκώνουν / ξεπαλουκώνουνε
Παρατατικόςξεπαλούκωναξεπαλούκωνεςξεπαλούκωνεξεπαλουκώναμεξεπαλουκώνατεξεπαλουκώναν / ξεπαλουκώνανε / ξεπαλούκωναν
Αόριστοςξεπαλούκωσαξεπαλούκωσεςξεπαλούκωσεξεπαλουκώσαμεξεπαλουκώσατεξεπαλουκώσαν / ξεπαλουκώσανε / ξεπαλούκωσαν
Μέλλονταςθα ξεπαλουκώνω / θα ξεπαλουκώσωθα ξεπαλουκώνεις / θα ξεπαλουκώσειςθα ξεπαλουκώνει / θα ξεπαλουκώσειθα ξεπαλουκώνουμε / θα ξεπαλουκώσουμεθα ξεπαλουκώνετε / θα ξεπαλουκώσετεθα ξεπαλουκώνουν / θα ξεπαλουκώνουνε / θα ξεπαλουκώσουν / θα ξεπαλουκώσουνε
Παρακείμενοςέχω ξεπαλουκώσειέχεις ξεπαλουκώσειέχει ξεπαλουκώσειέχουμε ξεπαλουκώσειέχετε ξεπαλουκώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ξεπαλουκώσειείχες ξεπαλουκώσειείχε ξεπαλουκώσειείχαμε ξεπαλουκώσει——
Υποτακτικήνα έχω ξεπαλουκώσει / να ξεπαλουκώνω / να ξεπαλουκώσωνα έχεις ξεπαλουκώσει / να ξεπαλουκώνεις / να ξεπαλουκώσειςνα έχει ξεπαλουκώσει / να ξεπαλουκώνει / να ξεπαλουκώσεινα έχουμε ξεπαλουκώσει / να ξεπαλουκώνουμε / να ξεπαλουκώσουμενα έχετε ξεπαλουκώσει / να ξεπαλουκώνετε / να ξεπαλουκώσετενα ξεπαλουκώνουν / να ξεπαλουκώνουνε / να ξεπαλουκώσουν / να ξεπαλουκώσουνε
Προστακτική—ξεπαλούκωνε / ξεπαλούκωσε——ξεπαλουκώνετε / ξεπαλουκώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →