ξεπαλουκώνω
•
- αφαιρώ τα παλούκια Βικιλεξικό
- ξεπαλούκωμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεπαλουκώνω < ξε- + παλουκώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεπαλουκώνω | ξεπαλουκώνεις | ξεπαλουκώνει | ξεπαλουκώνουμε | ξεπαλουκώνετε | ξεπαλουκώνουν / ξεπαλουκώνουνε |
| Παρατατικός | ξεπαλούκωνα | ξεπαλούκωνες | ξεπαλούκωνε | ξεπαλουκώναμε | ξεπαλουκώνατε | ξεπαλουκώναν / ξεπαλουκώνανε / ξεπαλούκωναν |
| Αόριστος | ξεπαλούκωσα | ξεπαλούκωσες | ξεπαλούκωσε | ξεπαλουκώσαμε | ξεπαλουκώσατε | ξεπαλουκώσαν / ξεπαλουκώσανε / ξεπαλούκωσαν |
| Μέλλοντας | θα ξεπαλουκώνω / θα ξεπαλουκώσω | θα ξεπαλουκώνεις / θα ξεπαλουκώσεις | θα ξεπαλουκώνει / θα ξεπαλουκώσει | θα ξεπαλουκώνουμε / θα ξεπαλουκώσουμε | θα ξεπαλουκώνετε / θα ξεπαλουκώσετε | θα ξεπαλουκώνουν / θα ξεπαλουκώνουνε / θα ξεπαλουκώσουν / θα ξεπαλουκώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεπαλουκώσει | έχεις ξεπαλουκώσει | έχει ξεπαλουκώσει | έχουμε ξεπαλουκώσει | έχετε ξεπαλουκώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεπαλουκώσει | είχες ξεπαλουκώσει | είχε ξεπαλουκώσει | είχαμε ξεπαλουκώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεπαλουκώσει / να ξεπαλουκώνω / να ξεπαλουκώσω | να έχεις ξεπαλουκώσει / να ξεπαλουκώνεις / να ξεπαλουκώσεις | να έχει ξεπαλουκώσει / να ξεπαλουκώνει / να ξεπαλουκώσει | να έχουμε ξεπαλουκώσει / να ξεπαλουκώνουμε / να ξεπαλουκώσουμε | να έχετε ξεπαλουκώσει / να ξεπαλουκώνετε / να ξεπαλουκώσετε | να ξεπαλουκώνουν / να ξεπαλουκώνουνε / να ξεπαλουκώσουν / να ξεπαλουκώσουνε |
| Προστακτική | — | ξεπαλούκωνε / ξεπαλούκωσε | — | — | ξεπαλουκώνετε / ξεπαλουκώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →