ξεπαραδιάζω
•
- το να κάνω κάποιον να ξοδέψει όλα του τα λεφτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεπαραδιάζω < ξε- + παράς (παράδες)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεπαραδιάζω | ξεπαραδιάζεις | ξεπαραδιάζει | ξεπαραδιάζουμε | ξεπαραδιάζετε | ξεπαραδιάζουν / ξεπαραδιάζουνε |
| Παρατατικός | ξεπαράδιαζα | ξεπαράδιαζες | ξεπαράδιαζε | ξεπαραδιάζαμε | ξεπαραδιάζατε | ξεπαράδιαζαν / ξεπαραδιάζαν / ξεπαραδιάζανε |
| Αόριστος | ξεπαράδιασα | ξεπαράδιασες | ξεπαράδιασε | ξεπαραδιάσαμε | ξεπαραδιάσατε | ξεπαράδιασαν / ξεπαραδιάσαν / ξεπαραδιάσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεπαραδιάζω / θα ξεπαραδιάσω | θα ξεπαραδιάζεις / θα ξεπαραδιάσεις | θα ξεπαραδιάζει / θα ξεπαραδιάσει | θα ξεπαραδιάζουμε / θα ξεπαραδιάσουμε | θα ξεπαραδιάζετε / θα ξεπαραδιάσετε | θα ξεπαραδιάζουν / θα ξεπαραδιάζουνε / θα ξεπαραδιάσουν / θα ξεπαραδιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεπαραδιάσει | έχεις ξεπαραδιάσει | έχει ξεπαραδιάσει | έχουμε ξεπαραδιάσει | έχετε ξεπαραδιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεπαραδιάσει | είχες ξεπαραδιάσει | είχε ξεπαραδιάσει | είχαμε ξεπαραδιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεπαραδιάσει / να ξεπαραδιάζω / να ξεπαραδιάσω | να έχεις ξεπαραδιάσει / να ξεπαραδιάζεις / να ξεπαραδιάσεις | να έχει ξεπαραδιάσει / να ξεπαραδιάζει / να ξεπαραδιάσει | να έχουμε ξεπαραδιάσει / να ξεπαραδιάζουμε / να ξεπαραδιάσουμε | να έχετε ξεπαραδιάσει / να ξεπαραδιάζετε / να ξεπαραδιάσετε | να ξεπαραδιάζουν / να ξεπαραδιάζουνε / να ξεπαραδιάσουν / να ξεπαραδιάσουνε |
| Προστακτική | — | ξεπαράδιαζε / ξεπαράδιασε | — | — | ξεπαραδιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξεπαραδιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →