Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεπαραδιάζω

ρήμα
•
  1. το να κάνω κάποιον να ξοδέψει όλα του τα λεφτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξεπαραδιάζω < ξε- + παράς (παράδες)

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςξεπαραδιάζωξεπαραδιάζειςξεπαραδιάζειξεπαραδιάζουμεξεπαραδιάζετεξεπαραδιάζουν / ξεπαραδιάζουνε
Παρατατικόςξεπαράδιαζαξεπαράδιαζεςξεπαράδιαζεξεπαραδιάζαμεξεπαραδιάζατεξεπαράδιαζαν / ξεπαραδιάζαν / ξεπαραδιάζανε
Αόριστοςξεπαράδιασαξεπαράδιασεςξεπαράδιασεξεπαραδιάσαμεξεπαραδιάσατεξεπαράδιασαν / ξεπαραδιάσαν / ξεπαραδιάσανε
Μέλλονταςθα ξεπαραδιάζω / θα ξεπαραδιάσωθα ξεπαραδιάζεις / θα ξεπαραδιάσειςθα ξεπαραδιάζει / θα ξεπαραδιάσειθα ξεπαραδιάζουμε / θα ξεπαραδιάσουμεθα ξεπαραδιάζετε / θα ξεπαραδιάσετεθα ξεπαραδιάζουν / θα ξεπαραδιάζουνε / θα ξεπαραδιάσουν / θα ξεπαραδιάσουνε
Παρακείμενοςέχω ξεπαραδιάσειέχεις ξεπαραδιάσειέχει ξεπαραδιάσειέχουμε ξεπαραδιάσειέχετε ξεπαραδιάσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ξεπαραδιάσειείχες ξεπαραδιάσειείχε ξεπαραδιάσειείχαμε ξεπαραδιάσει——
Υποτακτικήνα έχω ξεπαραδιάσει / να ξεπαραδιάζω / να ξεπαραδιάσωνα έχεις ξεπαραδιάσει / να ξεπαραδιάζεις / να ξεπαραδιάσειςνα έχει ξεπαραδιάσει / να ξεπαραδιάζει / να ξεπαραδιάσεινα έχουμε ξεπαραδιάσει / να ξεπαραδιάζουμε / να ξεπαραδιάσουμενα έχετε ξεπαραδιάσει / να ξεπαραδιάζετε / να ξεπαραδιάσετενα ξεπαραδιάζουν / να ξεπαραδιάζουνε / να ξεπαραδιάσουν / να ξεπαραδιάσουνε
Προστακτική—ξεπαράδιαζε / ξεπαράδιασε——ξεπαραδιάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

ξεπαραδιάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →