Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεπατικωμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. Αυτός που έχει αντιγραφεί με ξεπατίκωμα, πατώντας το μολύβι επάνω σε ένα άλλο σχέδιο Βικιλεξικό
  2. αυτός που είναι αποτέλεσμα πλήρους αντιγραφής χωρίς καμία προσπάθεια να αποκρυφτεί το γεγονός με τεχνητές ανομοιότητες ώστε να μην είναι τόσο φανερή η διαδικασία της αντιγραφής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξεπατικωμένος < μετοχή παθ. παρακειμένου του ρήματος ξεπατικώνω

Άλλοι τύποι

ξεπατικωμέναξεπατικωμένεξεπατικωμένεςξεπατικωμένηξεπατικωμένηςξεπατικωμένοξεπατικωμένοιξεπατικωμένοςξεπατικωμένουξεπατικωμένουςξεπατικωμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →