ξεπατικωμένος
•
- Αυτός που έχει αντιγραφεί με ξεπατίκωμα, πατώντας το μολύβι επάνω σε ένα άλλο σχέδιο Βικιλεξικό
- αυτός που είναι αποτέλεσμα πλήρους αντιγραφής χωρίς καμία προσπάθεια να αποκρυφτεί το γεγονός με τεχνητές ανομοιότητες ώστε να μην είναι τόσο φανερή η διαδικασία της αντιγραφής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεπατικωμένος < μετοχή παθ. παρακειμένου του ρήματος ξεπατικώνω
Άλλοι τύποι
ξεπατικωμέναξεπατικωμένεξεπατικωμένεςξεπατικωμένηξεπατικωμένηςξεπατικωμένοξεπατικωμένοιξεπατικωμένοςξεπατικωμένουξεπατικωμένουςξεπατικωμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →